Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Έρεβος και ζόφος: ετυμολογική προσέγγιση


Η λέξη ἔρεβος δηλώνει το σκότος του Κάτω Κόσμου και προέρχεται από ρίζα *hregw-, που δήλωνε γενικά το σκοτάδι, με την προσθήκη της κατάληξης των δευτερόκλιτων ουσιαστικών -ος > *hregwos. Το αρχικό λαρυγγικό τράπηκε σε ε- πιθανότατα από επίδραση του -ε- που ακολουθεί, ενώ το χειλοϋπερωικό -gw- τράπηκε σε -β- μπροστά από στρογγυλό οπίσθιο φωνήεν (πβ. πόλος < qwolos, αλλά τέλος < qwelos).[1] Συνοπτικά: hregwos > ἔρεgwος > ἔρεβος. Η πρώτη φωνητική εξέλιξη ήταν προ-μυκηναϊκή, ενώ η τελευταία εξέλιξη ήταν μετα-μυκηναϊκή.[2] Από παραλλαγή της ίδιας ρίζας, αλλά με διαφορετική φωνητική εξέλιξη προέρχεται η λέξη ὄρφνη, που δηλώνει το σκοτάδι και τη νύχτα (από *horgwhna > orgwhna > orphna > ὄρφνα/ὄρφνη).[3]


Μια άλλη λέξη που δηλώνει το σκοτάδι (αλλά και τη Δύση) είναι ο ζόφος, προφορά dzophos. Από την ίδια ρίζα προέρχεται το όνομα του ανέμου Ζέφυρος = ο άνεμος που φυσά από τα δυτικά, δηλαδή από το μέρος που δύει ο ήλιος και πέφτει το σκοτάδι.[4] Πβ. Επιζεφύριοι Λοκροί = οι Λοκροί της Δύσης. Από την ίδια ρίζα παράγονται τα δνόφος (dnophos), το οποίο έδωσε στην Ελληνιστική Εποχή την παραλλαγή γνόφος.  Κι εδώ πρέπει να υπήρχε ουδέτερο ουσιαστικό *δνέφος ή *δνέφας που χάθηκε, αλλά πρόλαβε να δώσει το επίθετο ἰοδνεφής (σκούρος μενεξελής). Πιθανότατα στην ίδια κατηγορία ανήκει η λέξη κνέφας/κνέφος.



[1] Θυμίζω ότι οι χειλοϋπερωικοί φθόγγοι διατηρούνται ακόμη στη Μυκηναϊκή (π.χ. gwasileus αντί βασιλεύς), όχι όμως και τα αρκτικά λαρυγγικά που έδωσαν ανάλογα με το φωνητικό περιβάλλον ο, ε, α ή χάθηκαν εντελώς.
[2] Παράγωγες λέξεις: αιολικό ἐρεβεννός (< ἐρεβεσνός), ἐρεμνός (<ἐρεβνός), ἐρεβώδης.
[3] Παράγωγα: ὀρφναῖος, ὀρφνώδης, ὄρφνινος, ὀρφνός, ὀρφνήεις, ὄρφνιον, ὀρφνίδες κ.ά.
[4] Η παραλλαγή ζεφ- αντί ζοφ- παραπέμπει στην ύπαρξη ενός ουδέτερου ουσιαστικού *ζέφος, το οποίο χάθηκε, αφού όμως πρώτα έδωσε το παράγωγο ζέφυρος.