Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Το ανέκδοτο για τον Κροίσο και την αρτοποιό του


[ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΗ ΧΡΑΝ ΕΜΜΕΤΡΑ ΝΥΝ ΤΗΝ ΠΥΘΙΑΝ 16: μια ομάδα περιηγητών στους Δελφούς φτάνει μπροστά στο χρυσό άγαλμα μιας αρτοποιού που αφιέρωσε ο βασιλιάς Κροίσος. Εξηγείται για ποιο λόγο το έκανε:]

«Δεν μας λες όμως και την άλλη ιστορία», είπε ο έ­νας από τους δύο ξεναγούς, «ότι δηλαδή ο Κροίσος έ­φτιαξε χρυσό άγαλμα της αρτοποιού του και το αφιέρωσε εδώ [πβ. Ηρόδοτος 1.51]». Και ο Θέωνας είπε: «Ναι, πλην όμως δεν το έκα­νε για να περιγελάσει το ιερό, αλλά έχοντας λάβει αφορμή καλή και δίκαιη. Λέγεται, δηλαδή, ότι ο Αλυάττης, ο πα­τέρας του Κροίσου, παντρεύτηκε δεύτερη γυναίκα και έκα­νε μαζί της και άλλα παιδιά. Η γυναίκα αυτή, λοιπόν, ε­πειδή επιβουλευόταν τον Κροίσο, έδωσε δηλητήριο στην αρτοποιό και την πρόσταξε να ζυμώσει ψωμί μ’ αυτό και να το προσφέρει στον Κροίσο. Η αρτοποιός, όμως, το μαρ­τύρησε κρυφά στον Κροίσο και προσέφερε το ψωμί στα παιδιά εκείνης της γυναίκας. Σε αντάλλαγμα γι’ αυτό, ό­ταν ο Κροίσος έγινε βασιλιάς, έδωσε αυτή την ανταμοιβή για την ευεργεσία της γυναίκας ενώπιον του θεού ως μάρ­τυρα, πράττοντας βέβαια σωστά».

[Το ανέκδοτο αυτό υποκρύπτει ιστορικές αναμνήσεις από τη δυναστική πάλη μεταξύ των γιων του Αλυάττη για τη διαδοχή του στην βασιλεία των Λυδών. Ένας απ’ αυτούς τους γιους ήταν ίσως και ο Πανταλέων που μνη­μονεύεται από τον Ηρόδοτο (1.92) ως γιος του Αλυάττη από μια γυ­ναίκα από την Ιωνία. Αντίθετα ο Κροίσος ήταν γιος του από μια Κάρισσα. Φαίνεται ότι υπήρξε ανταγωνισμός ανάμεσα στους δυο γιους του Αλυάττη για την εξουσία, αλλά ότι τελικά επικράτησε ο Κροίσος με τη βοήθεια του πατέρα του].

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Αρχαίες θεογονίες της Ανατολής (Βαβυλώνιοι, Χετταίοι, Φοίνικες)


Η Θεογονία του Ησιόδου δεν αποτελεί μεμονωμένο παράδειγμα θεογονικής ποίησης στον αρχαίο κόσμο, αφού το ενδιαφέρον για την προέλευση του κόσμου και των θεών και τη διαδοχή των γεγονότων που οδήγησαν στην τωρινή τάξη του κόσμου είναι πανανθρώπινο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον  παρουσιάζουν οι ανάλογες δημιουργίες των λαών της Εγγύς και Μέσης Ανατολής. Από τη Βαβυλώνα λόγου χάρη έχουμε την τύχη να διαθέτουμε ένα ποίημα που αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο την επίσημη θεογονία της πόλης, το Enûma Eliš (ο τίτλος του προέρχεται από τις εναρκτήριες λέξεις του ποιήματος και μπορεί να μεταφραστεί ως "όταν εκεί ψηλά"). Δεν ήταν, επομένως, ένα ποίημα που αποσκοπούσε στην ψυχαγωγία, αλλά προοριζόταν για απαγγελία κατά τη γιορτή του νέου έτους στη Βαβυλώνα ως μέρος της τελετουργίας. Το περιεχόμενο του ποιήματος είναι ο πόλεμος μεταξύ των θεών, η εμφάνιση του Μαρδούκ, του πολιούχου θεού της Βαβυλώνας, και η ανάδειξή του σε ηγέτη των θεών, η δημιουργία του κόσμου και η οργάνωσή του. Το μυθολογικό υπόβαθρο του ποιήματος και τα ονόματα των θεών είναι Σουμεριακά. Η γλώσσα όμως στην οποία έχει γραφτεί είναι η Ακκαδική, πρόγονος της Βαβυλωνιακής και της Ασσυριακής. Το ποίημα αποτελείται από 1050 περίπου στίχους από τους οποίους διατηρήθηκαν οι 910. Τα αποσπάσματά του προέρχονται από διάφορες αρχαιολογικές θέσεις και τα αρχαιότερα από αυτά καταγράφηκαν γύρω στα 1000 π.Χ. Εντούτοις, η σύνθεσή του είναι πολύ αρχαιότερη, ίσως από την εποχή της Πρώτης Βαβυλωνιακής Δυναστείας (περ. 1895-1595 π.Χ.).

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Ο σαρκασμός ενός φιλοσόφου ποιητή για την κακία του σύμπαντος και την ματαιότητα της σοφίας (Σωτάδης)


Ο Σωτάδης από την Μαρώνεια της Κρήτης έζησε κατά τον 3ο αιώνα π.Χ. Υπήρξε επικεφαλής (κατά το Στράβωνα) ενός ρεύματος σατιρικών ποιητών με το όνομα κιναιδολόγοι ή κιναιδογράφοι (=αυτοί που λένε ή γράφουν κακοήθειες, αισχρολογούν < κίναιδος = αισχρός κακοήθης). Βιογραφίες του έγραψαν ο γιος του Απολλώνιος και ο Καρύστιος από την Πέργαμο.  Έμεινε διάσημος για το καυστικό του πνεύμα, όταν διακωμώδησε το γάμο του Πτολεμαίου Β' του Φιλάδελφου (285-246 π.Χ.) με την αδερφή του. Για το σκώμμα του όμως πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή, αφού εκτελέστηκε στην Καύνο της Μ. Ασίας, όπου είχε καταφύγει, από το στρατηγό Πάτροκλο με διαταγή του βασιλιά Πτολεμαίου: ο Πάτροκλος τον έκλεισε σε μολύβδινο κιβώτιο και τον έριξε στη θάλασσα.
Από τη Σούδα γνωρίζουμε ότι έγραψε Εις Άιδου κατάβασιν, Πρίαπον, Εις Βελεστίχην, Αμαζών. Τα ποιήματά του χαρακτηρίζονται από τους αρχαίους ως φλύακες,[1] κίναιδοι ή ιωνικοί λόγοι, γιατί ήταν γραμμένα στην ιωνική διάλεκτο. Έδωσε το όνομά του στο σωτάδειον, ένα είδος ιωνικού τετράμετρου στίχου για μονοστιχικά απαγγελλόμενα ποιήματα.
Μια σειρά αποφθεγμάτων που σώθηκαν με το όνομά του, τα λεγόμενα Σωτάδεια, προέρχονται πιθανώς από συλλογές αποφθεγματικών χωρίων του ποιητή που πλουτίστηκαν με το πέρασμα του χρόνου με αρκετό πλαστό υλικό. Το χωρίο που παρατίθεται πιο κάτω προβάλλει μια πολύ απαισιόδοξη θεώρηση της ζωής, αφού ακυρώνει ακόμη και το τελευταίο καταφύγιο του ανθρώπου για να αντιμετωπίσει τον παραλογισμό του σύμπαντος: την κατάκτηση της σοφίας και της τέχνης. Έτσι ο κόσμος αναδεικνύεται όχι ως κόσμημα, αλλά ως κάτι παράλογο, ή ίσως ακόμη και βαθιά μοχθηρό:

Αεί, αιών, ο υγιής και μια άρνηση. Οι ετυμολογίες των λέξεων.


Η λέξη ὁ αἰών, τοῦ αἰῶνος είχε την αρχική σημασία «χρόνος ζωής» και, μέσω μιας επέκτασης του νοήματος «για μια ζωή, ισόβια», κατέληξε να σημαίνει κάθε μακρά περίοδο χρόνου και στο τέλος απέκτησε την έννοια της αιωνιότητας. Για να εξηγήσουμε τη λέξη και μια σειρά από άλλες που συνδέονται μ’ αυτήν πρέπει να υποθέσουμε μια πρωτοελληνική ρίζα *aiw- που θα σήμαινε «περίοδος ζωής ή ευζωία». Από τη βασική αυτή μορφή προέρχονται οι αιολικοί και αρκαδικοί επιρρηματικοί τύποι αἶι και ἄι < aiw-i (= ἀεί, για πάντα).[1] Με μια συνηθισμένη στην Ελληνική γλώσσα ρινική (ν) επέκταση της ρίζας προέκυψε το ουσιαστικό aiw-o-n (πβ. λ.χ. λειμών, λειμῶνος) και με την απώλεια του μεσοφωνηεντικού -w- ( =δίγαμμα) η τελική λέξη αἰών. Την ίδια ρινική επέκταση παρουσιάζει το επίρρημα αἰέν (πβ. την περίφημη ομηρική φράση αίέν ἀριστεύειν), το οποίο στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει την αρχαία τοπική πτώση (aiw-e-n) της λέξης αίών που διατηρήθηκε ως λεκτικό λείψανο.
            Παράλληλα, όμως, με την ρινική επέκταση δημιουργήθηκε και ένα σιγμόληκτο θέμα που διατηρείται στον δωρικό τύπο αἰές / ἀές (<aiw-e-s, αρχαία ακατάληκτη τοπική). Ο τύπος αἰεί αντιπροσωπεύει αρχαία τοπική με κατάληξη (aiw-e-si) και διατηρεί ακόμη το δίγαμμα σε διαλέκτους της 1ης χιλιετίας, όπως η κυπριακή, η λοκρική και η φωκική. Στην αττική απλοποιήθηκε σε ἀεί. Μια αρχαία οργανική διατηρείται ως επίρρημα στον τύπο αίή από τον Τάραντα, ενώ μια αιτιατική στον τύπο τὀν αἰῶ (<αἰwόσα > αἰwόha> αἰόα > αἰῶ) παράλληλα προς τον «ομαλό» τύπο τὀν αἰῶνα.
            Από τη μηδενική βαθμίδα της ρίζας aiw- δημιουργήθηκε ρίζα iw- που έδωσε μέσω iu-/yu- το απλοποιημένο υ-. Στο κυπριακό διαλεκτικό τύπο υwαις, «για πάντα», πρέπει να δούμε σύνθετη λέξη που συνδυάζει μια μορφή της μηδενικής βαθμίδας υw- σε συνδυασμό με τη μορφή aiwi (βλέπε πρώτη παράγραφο) ενισχυμένη με ένα επιρρηματικό -ς στο τέλος (*uw-aiwi-s). Η μηδενική βαθμίδα με την απλοποιημένη μορφή υ- αποτελεί το πρώτο συνθετικό της λέξης ὑγιής, όπου το δεύτερο συνθετικό είναι η ρίζα *gwih- που σημαίνει «ζωή» και επιβιώνει ως βίος (*gwihos) στη μεταγενέστερη Ελληνική.[2] Δηλαδή η αρχική μορφή της λέξης ήταν *u-gwih-es και θα σήμαινε «αυτός που ζει για πάντα» και με αδυνάτισμα της σημασίας «υγιής».
            Η μεγάλη έκπληξη σε συγχρονικό επίπεδο είναι ότι η ίδια ρίζα που είδαμε ως τώρα κρύβεται και πίσω από μια λέξη που δεν θα το περιμέναμε, το αρνητικό μόριο οὐ! Στην Αρχαία Ελληνική του οὐ δηλώνει μια άρνηση σε αντικειμενικό επίπεδο (γι’ αυτό χρησιμεύει κυρίως στην οριστική έγκλιση. Πβ. στη Νέα Ελληνική δεν θα βρέξει), ενώ το μή μια άρνηση σε υποκειμενικό επίπεδο (λ.χ. υποτακτική. Πβ. ας μη βρέξει). Το οὐ λοιπόν προήλθε από την ετεροιωμένη σε /ο/ μορφή της ίδιας ρίζας *oiw /oiu / oyu / ou και η αρχική αρνητική του σημασία πρέπει να ήταν ιδιαίτερα έντονη («ποτέ όσο ζω, ή στον αιώνα τον άπαντα δεν θα γίνει» ή κάτι παρόμοιο), αλλά εξασθένησε με την πολλή χρήση και τη σύντμηση της λέξης που έκανε αδιαφανή την ετυμολογική της προέλευση. Η παραλλαγή οὐκί έχει ως δεύτερο συνθετικό την αόριστη αντωνυμία kwis/kwid που έδωσε το τίς/τί (<*τἰδ = κάποιος, κάτι),[3] ενώ το οὐχί έχει ως δεύτερο συνθετικό ένα επιτατικό μόριο που ξαναβρίσκουμε και στο ναίχι. Οι μορφές οὐκ και οὐχ είναι συντομευμένοι τύποι των προηγούμενων. Για σύνθετα βλέπε επίσης οὐδἐ, οὐδέ εἷς > οὐδείς, οὔτε (ήδη στη μυκηναϊκή ως οὔkwε).



[1] Μερικές φορές έχουν ένα πρόσθετο -ν στο τέλος που ενισχύει την επιρρηματική σημασία. Πβ. νυ και νῦν.
[2] Από παραλλαγές *gweih- / *gwieh- (= πλήρεις βαθμίδες) και με άλλες φωνητικές εξελίξεις και ετεροιώσεις προκύπτει η ομάδα των λέξεων ζωή, ζώω, ζήω >ζῶ, ζώϊον > ζῷον, ζωός κ.ά. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι υπάρχουν ταυτόχρονα τα ρήματα βιόω/βιῶ και ζήω/ζῶ και ότι ο μέλλων του βιῶ είναι και βιώσομαι, αλλά και ο ανώμαλος σε συγχρονικό επίπεδο τύπος ζήσομαι.
[3] Για την αρχική ύπαρξη του τελικού -d στο ουδέτερο qwid βλέπε το σύνθετο οὐ-τιδ-ανός (=τιποτένιος), όπου διατηρήθηκε, επειδή βρέθηκε στη μέση της λέξης και όχι στο τέλος, όπως με το τίδ > τί.

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Τα είδη του κενού: κεχωρισμένο, παρεσπαρμένο, μέγα κενόν. Oι απόψεις του Στράτωνος και του Δημόκριτου


Στο πρώτο από τα χωρία που ακολουθούν ο Σιμπλίκιος, σχολιάζοντας ένα σημείο από το Περί ουρανού του Αριστοτέλη, κάνει διάκριση ανάμεσα στο κεχωρισμένο και το παρεσπαρμένο κενό, εννοώντας με τον πρώτο όρο το κενό μεταξύ των συνθέτων σωμάτων και με τον δεύτερο όρο το κενό που υπάρχει διάσπαρτο μέσα στα σύνθετα σώματα. Αυτή η διάκριση φαίνεται να έχει ως πηγή τον Περιπατητικό Στράτωνα, ο οποίος ξεχώριζε το κενό που είναι διάσπαρτο σε μικρά κομμάτια μέσα στα σώματα από το αθρόο κενό μεταξύ των κόσμων. Αυτή τη διάκριση ο Στράτων την έκανε μόνο και μόνο για να απορρίψει την ύπαρξη του δεύτερου τύπου κενού, αφού ο ίδιος δεν πίστευε ότι υπάρχουν άλλοι κόσμοι έξω από το δικό μας. Ο Δημόκριτος δε θα μπορούσε να κάνει διάκριση ανάμεσα στο παρεσπαρμένο και το κεχωρισμένο κενό, αφού γι’ αυτόν όλο το κενό που υπάρχει μέσα σ'  έναν κόσμο, είτε είναι εγκλωβισμένο μέσα στα σύνθετα σώματα, είτε βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτά, είναι ουσιαστικά κενό του ίδιου τύπου: όπως τα σύνθετα σώματα έχουν μεταξύ των ατόμων τους μικρά κενά που  χωρίζουν τα άτομα μεταξύ τους, έτσι και ο αέρας που χωρίζει τα σύνθετα σώματα στον κόσμο μας αποτελείται από άτομα που διακρίνονται μεταξύ τους με επίσης μικρά διαστήματα κενού. Στο χωρίο του Φιλόπονου από την άλλη, ο Δημόκριτος φαίνεται να διακρίνει το κενό που υπάρχει σε σχετικά μικρές ποσότητες στον κόσμο μας από το μεγάλο κενό μεταξύ των κόσμων (μέγα κενόν). Όμως, η διάκριση αυτή είναι καθαρά ποσοτική και όχι ποιοτική. Το κενό που υπάρχει ανάμεσα στους κόσμους (μέγα κενόν) αντιπαραβάλλεται εδώ με το κενό που υπάρχει ως ελάχιστα διαστήματα μεταξύ των ατόμων ενός σώματος. Μεγάλες ποσότητες κενού μέσα στον κάθε κόσμο δε φαίνεται να παραδεχόταν ο Δημόκριτος, αφού κατά την άποψή του τα άτομα σπεύδουν το ένα προς το άλλο (πρὀς ἄλληλα συντρέχειν). Έτσι, το κενό ωθείται έξω από τον κόσμο, όπου υπάρχει σε μεγάλες ποσότητες. Ο Πλάτων, Τίμαιος 58Α μπορεί να έχει υπόψη του αυτή τη θεωρία του Δημόκριτου. Ο Στράτων, που αναφέρθηκε παραπάνω, συμμεριζόταν την άποψη του Δημόκριτου για τις μικρές ποσότητες κενού μέσα στον κόσμο, διαφωνούσε όμως μαζί του στην ύπαρξη μεγάλων ποσοτήτων κενού έξω από τον κόσμο, αφού ως Περιπατητικός ταύτιζε το σύμπαν με το δικό μας μοναχικό κόσμο. Κατά την άποψη του Στράτωνα αθρόο κενό μπορούμε να δημιουργήσουμε στον κόσμο μας μόνο με τεχνητά μέσα (βλ. Ήρων, Πνευματικά 1, προοίμ. 332 κ.εξ., ο οποίος αντλεί προφανώς από το Στράτωνα). Το τρίτο χωρίο του Σιμπλίκιου επισημαίνει ότι το κενό για τους ατομικούς είναι εξίσου ον, όπως και τα άτομα, και όχι μια απλή έλλειψη του όντος. Έχει συνεπώς την δική του ιδιαίτερη οντολογική υπόσταση:

Σιμπλ., Εις το Περί ουρανού 305b10, σελ. 633, 11: «Ο Αριστοτέλης λέει ότι αν δεν υπάρχει καθόλου το κενό, στο οποίο να επεκτείνονται τα σώματα, όπως ο ίδιος απέδειξε, τότε είναι φανερή η αδυναμία αυτής της θεωρίας: με ποιο τρόπο, δηλαδή, ή πώς το ίδιο σώμα θα καταλάβει περισσότερο χώρο, αν δεν υπάρχει κάποιος κενός χώρος άνευ σώματος, στον οποίο θα χυθεί το σώμα με τα λεπτότερα μόρια; Αν, πάλι,  υπάρχει το κενό, όπως λένε οι οπαδοί του Δημόκριτου, μέσα από το οποίο γίνεται η επέκταση των σωμάτων, είναι λογική η δυνατότητα των σωμάτων να επεκτείνονται στο χώρο, είναι όμως παράλογη η ιδέα ότι πρέπει πάντα εξ ανάγκης αυτό που αποχωρίζεται από ένα μίγμα, όπως ο αέρας, να καταλαμβάνει περισσότερο χώρο... Ο Αλέξανδρος (ο Αφροδισιεύς), αφού εφάρμοσε αυτήν την ερμηνεία στην περίπτωση του κεχωρισμένου κενού (γιατί αυτό θα ήταν ο τόπος, στον οποίο γίνεται η επέκταση των σωμάτων), χωρίς να το καταλάβει μετέβη στο παρεσπαρμένο κενό... Ο Αριστοτέλης δεν αναφέρει το όλο επιχείρημα σε σχέση με το παρεσπαρμένο κενό. Γιατί αυτό είναι που αποτελεί κατά τους οπαδούς του Δημόκριτου την αιτία της επέκτασης των σωμάτων. Γιατί το κεχωρισμένο κενό δεν είναι αίτιο της επέκτασης, αλλά απλώς παρέχει τόπο στα επεκτεινόμενα σώματα». [i]
Φιλόπονος, Εις τα Φυσικά 214a22, σελ. 613, 21: «Κι αυτό το κενό... είναι διεσπαρμένο μέσα στα σώματα και τα εμποδίζει να είναι συνεχή, όπως έλεγαν οι οπαδοί του Δημόκριτου και του Λεύκιππου... (24) έξω από τον ουρανό  υπάρχει το καθαυτό κενό ...».
Σιμπλ., Εις τα Φυσικά 213a22, σελ. 648, 11: «Γιατί εκείνοι έλεγαν ότι υπάρχει ενεργεία ένα είδος χώρου, το οποίο όντας ανάμεσα στα σώματα δεν τα αφήνει να είναι συνεχή. Αυτό ισχυρίζονταν οι οπαδοί του Δημόκριτου και του Λεύκιππου, λέγοντας ότι κενό δεν υπάρχει μόνο μέσα στον κόσμο αλλά και έξω από αυτόν. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι το κενό δε θα μπορούσε να είναι τόπος, αλλά ότι υπάρχει αυτό καθαυτό. Την ίδια άποψη είχε και ο Μητρόδωρος ο Χίος ... και αργότερα ο Επίκουρος».




[i] Αυτό αποτελεί αυθαίρετη ερμηνεία του Σιμπλίκιου, η οποία δε δικαιολογείται από το σχολιαζόμενο κείμενο του Αριστοτέλη. Ο Σιμπλίκιος θεωρεί το παρεσπαρμένο κενό αίτιο της επέκτασης των σωμάτων (causa efficiens), ενώ το κεχωρισμένο κενό απλώς τόπο, μέσα από τον οποίο γίνεται η κίνηση (condicio sine qua non). Σε κάθε περίπτωση το κενό για τους Ατομικούς δεν αποτελεί αίτιο με τη συνήθη σημασία της δύναμης που ενεργεί πάνω σε κάτι, αλλά αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση της ύπαρξης της κίνησης.

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Νεκρή θάλασσα του Κρόνου, Μακρόβιοι, Κιμμέριοι, Ερμιονείς: η μυστηριώδης ανθρωπογεωγραφία του Βόρειου Ωκεανού στα Αργοναυτικά των Ορφικών



            Φτάνοντας στη βόρεια εκβολή του Τάναη οι Αργοναύτες ανοίγονται αμέσως στο μέρος του Ωκεανού με το όνομα «Κρόνιος Πόντος» ή «θάλασσα του Κρόνου» ή «νεκρή θάλασσα» (1081) ή ακόμη «παγωμένη θάλασσα» ή «νωθρή». H παντελής έλλειψη ανέμου δεν επιτρέπει τη χρήση των ιστίων (1102-1104, 1129). Τα κουπιά δεν επαρκούν, επειδή τα νερά είναι αβαθή (τέναγος, στ. 1094). Άλλα κείμενα είναι πιο εύγλωττα για το Bόρειο Ωκεανό: είναι γεμάτος φύκια (Αβιηνός, Ora marit. 122-124) ή τα νερά του είναι πηχτά όπως μια μέδουσα (Στράβων 2.4.1). Οι Αργοναύτες αναγκάζονται να ρυμουλκήσουν το πλοίο όπως σε άλλες παραδόσεις αναγκάζονται να το σύρουν στην άμμο της Λιβύης ή από τον Τάναη να το μεταφέρουν σε κάποιο άλλο ποτάμι. Ο βόρειος Ωκεανός εκτείνεται ως ένα ακρωτήριο (1129), στο οποίο μπορεί να αναγνωρίσει κανείς το promunturium (ακρωτήριο) Rusbeas του Πλινίου (ΗN 4.95, 2.167). Πρόκειται πιθανώς για το ακρωτήριο Skagens στο βόρειο άκρο της Δανίας. Από εδώ αρχίζει ο Ατλαντικός (1169), στον οποίο ο άνεμος ξεκινά πάλι να φυσά και να επιτρέπει τη ναυσιπλοΐα.
            Ο βόρειος περίπλους αποτελείται από 4 στάδια: οι Υπερβόρειοι, στην εκβολή του Τάναη, απλά μνημονεύονται (1077, 1082). Είναι οι δυτικοί γείτονές τους, οι Μακρόβιοι, οι οποίοι εμφανίζουν τις ιδιότητες που συνήθως αποδίδονταν στους Υπερβόρειους: σοφία, ευδαιμονία, μακροβιότητα (1105-1118). Το όνομά τους το φέρουν συνήθως οι Αιθίοπες ή οι Ινδοί, αλλά ο Ευστάθιος το αποδίδει και στους Υπερβόρειους (σχ. στο Διον. Περ. 558). Στη συνέχεια ακολουθούν οι Κιμμέριοι (1119-1127), τους οποίους οι αρχαίοι γεωγράφοι τοποθετούσαν συνήθως στη Σκυθία. Ωστόσο ο ποιητής μας ακολουθεί εδώ τον Όμηρο (Οδ. λ 13-19 και τα αρχαία σχόλια ad loc. Πβ. Στράβων 1.2.9) καθώς και όσους ταύτιζαν τους Κιμμέριους με τους Κίμβρους (Στράβων 7.2.2, Διόδ. Σικ. 5.32.4). Η περιοχή τους στερείται μόνιμα τον ήλιο και ανατολικά ορίζεται από τα Ριπαία, δυτικά από τις Άλπεις και νότια από τη Φλέγρα. Οι Άλπεις αντιμετωπίζονται εδώ περίπου ως προέκταση των Ριπαίων. Η αναφορά στη Φλέγρα αντίθετα εκπλήσσει. Είναι ο τόπος στον οποίο τελειώνει η μάχη των θεών με τους Γίγαντες και ταυτίζεται συνήθως με την Παλλήνη της Χαλκιδικής (Ηρόδ. 7.123 (πιθανώς ακολουθώντας τον Εκαταίο το Μιλήσιο), Πλίνιος, ΗΝ 4.36). Ωστόσο υπάρχουν παραδόσεις που τοποθετούν τη Γιγαντομαχία έξω από τον κατοικημένο κόσμο, στις ακτές του Ωκεανού: αυτό υποδεικνύει ο Καλλίμαχος (Ύμν. 5.7-12), αλλά και η ιστορία ότι η Γαία γέννησε τη Γοργόνα κατά τη διάρκεια της μάχης (Ευρ., Ίων 989), αφού οι Γοργόνες ζούσαν στις ακτές του Ωκεανού. Ίσως τα Αργοναυτικά διασώζουν ίχνη αυτής της παράδοσης, μολονότι η Φλέγρα εδώ είναι ένα ψηλό βουνό, ενώ συνήθως θεωρείται ως πεδιάδα.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Πώς πέθανε η Κλεοπάτρα


[Πλούταρχος, Βίος Αντωνίου 71, 74-76]
Η Κλεοπάτρα συγκέντρωνε κάθε είδους θανάσιμα δηλητήρια και δοκίμαζε πόσο ανώδυνο ήταν το καθένα από αυτά, δίνοντάς τα σε φυλακισμένους θανατοποινίτες. Όταν είδε ότι όσα ήταν δραστικά προκαλούσαν άμεσο θάνατο με πόνους, ενώ όσα ήταν ηπιότερα αργούσαν να δράσουν, άρχισε να πειραματίζεται με άγρια ζώα, παρακολουθώντας τους ανθρώπους της να ρίχνουν και ένα διαφορετικό ζώο σε κάθε έναν φυλακισμένο. Αυτό το έκανε καθημερινά. Διαπίστωσε ότι σχεδόν σε κάθε περίπτωση μόνο το δάγκωμα της ασπίδας[1] έφερνε υπνώδη λήθαργο και νάρκη δίχως σπασμούς και βογκητά, προκαλώντας ελαφρύ ιδρώτα στο πρόσωπο, εύκολη συσκότιση και παράλυση των αισθήσεων, καθώς και δυσκολία στην προσπάθεια διέγερσης και ανάκλησής τους, όπως ακριβώς συμβαίνει με αυτούς που κοιμούνται βαθιά…
Ανάμεσα στους φίλους του Ιουλίου Καίσαρα ήταν και ο Κορνήλιος Δολοβέλλας, ένας επιφανής νεαρός. Αυτός ένιωθε έλξη προς την  Κλεοπάτρα και τότε, για να της κάνει τη χάρη που του είχε ζητήσει, της έστειλε κρυφά μήνυμα, με το οποίο της ανακοίνωνε ότι ο ίδιος ο Καίσαρας ετοιμαζόταν να αναχωρήσει δια ξηράς από τη Συρία, ενώ για εκείνη είχε αποφασίσει να την στείλει μαζί με τα παιδιά της στη Ρώμη τρεις μέρες μετά. Εκείνη, μόλις τα πληροφορήθηκε αυτά, πρώτα παρακάλεσε τον Καίσαρα να την αφήσει να προσφέρει χοές στον Αντώνιο. Όταν εκείνος έδωσε τη συγκατάθεσή του, τη μετέφεραν στον τάφο και, πέφτοντας πάνω στο φέρετρο μαζί με τις ακόλουθές της, είπε: «Αγαπημένε μου Αντώνιε, σε έθαψα πρόσφατα με χέρια που ήταν ακόμη ελεύθερα. Τώρα, όμως, σου κάνω σπονδές αιχμάλωτη. Με φρουρούν, για να μην μπορέσω με κοπετούς και θρήνους να κακοποιήσω το υπόδουλο αυτό σώμα μου, το οποίο προσέχουν για το θρίαμβο που θα τελεστεί για την ήττα σου. Μην περιμένεις, λοιπόν, άλλες τιμές ή χοές. Αλλά αυτές θα είναι οι τελευταίες, τώρα που η Κλεοπάτρα θα μεταφερθεί. Γιατί στη ζωή τίποτα δε μας χώρισε. Κινδυνεύουμε, όμως, στο θάνατο να ανταλλάξουμε τόπους: εσύ, ο Ρωμαίος, να είσαι θαμμένος εδώ κι εγώ η δύστυχη στην Ιταλία, καταλαμβάνοντας μόνο τόσο λίγο μέρος από τη χώρα σου. Αλλά αν βέβαια οι εκεί θεοί έχουν κάποια ισχύ και δύναμη -γιατί οι εδώ θεοί μας πρόδωσαν- μην εγκαταλείπεις ζωντανή τη γυναίκα σου, ούτε να επιτρέψεις να γίνω το επίκεντρο του θριάμβου τους σε βάρος σου. Αλλά κρύψε με εδώ μαζί με σένα και θάψε με μαζί σου, γιατί από τις μυριάδες συμφορές μου καμιά δεν είναι τόσο μεγάλη και φοβερή, όσο ο σύντομος τούτος χρόνος, τον οποίο έζησα χωρίς εσένα».

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Aνέκδοτα για τον Τίμωνα τον Αθηναίο που μισούσε τους ανθρώπους


Ο Τίμων ήταν γιος του Εχεκρατίδη από το δήμο Κολλυτού, σύμφωνα με το έργο του Λουκιανού Τίμων ή Μισάνθρωπος. Ο Τίμων είχε μεγάλη περιουσία και πολλούς φίλους, οι οποίοι τον εγκατέλειψαν, όταν την έχασε. Από τότε ζούσε στις ερημιές, ενώ όταν βρήκε τυχαία έναν θησαυρό και οι φίλοι του επανήλθαν, τους έδιωξε κακήν κακώς. Μερικά ανέκδοτα της μισανθρωπίας του διέσωσε ο Πλούταρχος:

[Πλούταρχος, Βίος Αντωνίου 70]
Ο Τίμων ήταν Αθηναίος και έζησε γύρω στην εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τα δράματα του Αριστοφάνη[1] και του Πλάτωνα,[2] όπου κωμωδείται ως δύστροπος και μισάνθρωπος. Μολονότι απέφευγε και αντιστεκόταν σε κάθε συναναστροφή, εντούτοις τον Αλκιβιάδη, που ήταν νέος και θρασύς, τον ασπαζόταν και τον φιλούσε με προθυμία. Όταν ο Απήμαντος απόρησε και ζήτησε να μάθει την αιτία, ο Τίμων του είπε ότι αγαπά τον νεαρό, γιατί ξέρει ότι θα γίνει αίτιος πολλών κακών για τους Αθηναίους.[3] Ο Απήμαντος ήταν ο μόνος στον οποίο επέτρεπε καμιά φορά να τον πλησιάζει, αφού του έμοιαζε και μιμούνταν τον τρόπο ζωής του.[4] Όταν κάποτε ήταν η γιορτή των Χοών[5] και οι δυο τους έτρωγαν μόνοι τους, ο Απήμαντος είπε: «Τίμωνα, τι ωραίο που είναι το συμπόσιό μας!» Κι εκείνος απάντησε: «Θα ήταν ωραίο, αν δεν ήσουν παρών εσύ». Λέγεται ότι κάποτε, όταν οι Αθηναίοι συνεδρίαζαν στην εκκλησία του δήμου, ανέβηκε στο βήμα και προκάλεσε σιωπή και προσδοκία μεγάλη εξαιτίας της παραδοξότητας του γεγονότος. Τότε ο Τίμωνας είπε: «Έχω ένα μικρό οικόπεδο, άνδρες Αθηναίοι, και μία συκιά έχει φυτρώσει σε αυτό, από την οποία ήδη πολλοί πολίτες έχουν κρεμαστεί. Επειδή, λοιπόν, σκοπεύω να χτίσω σπίτι στο σημείο εκείνο, θέλησα να σας προειδοποιήσω δημόσια, ώστε αν κάποιοι από εσάς θέλουν να κρεμαστούν, να το κάνουν προτού κοπεί η συκιά».[6] Αφού πέθανε και θάφτηκε στις Αλές κοντά στη θάλασσα, το τμήμα του αιγιαλού μπροστά από τον τάφο υποχώρησε. Έτσι, το κύμα περικύκλωσε τον τάφο, κάνοντάς τον άβατο και απροσπέλαστο από άνθρωπο.[7] Το επίγραμμα στον τάφο του έλεγε:
 «Εδώ κείμαι, έχοντας κόψει το νήμα μιας βαριόμοιρης ζωής.
Το όνομά μου δεν θα το μάθετε. Κακοί που είστε, κακό θάνατο να’ χετε».[8]
Αυτό το επίγραμμα λένε ότι το είχε συνθέσει ο ίδιος όσο ζούσε, ενώ εκείνο που κυκλοφορεί ευρέως είναι του Καλλίμαχου:
«Ο Τίμων ο μισάνθρωπος κατοικώ εδώ μέσα. Αλλά πέρνα και φύγε.
Αρκετά με καταράστηκες, μόνο πέρνα και φύγε».[9]
Αυτά τα λίγα, λοιπόν, από τα πολλά που λέγονται για τον Τίμωνα.




[1] Όρν. 1549, Λυσ. 809-815.
[2] Κωμωδιογράφος της εποχής του Αριστοφάνη. Αυτό το χωρίο του Πλουτάρχου είναι η μόνη ένδειξη ότι ανέφερε σε κάποια κωμωδία του τον Τίμωνα.
[3] Η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται και στον πλουτάρχειο βίο του Αλκιβιάδη (κεφ. 16), όπου όμως δε γίνεται αναφορά στον Απήμαντο.
[4] Ο Απήμαντος είναι φυσιογνωμία σκοτεινή πέρα από τη σύνδεσή του με τον Τίμωνα. Πάντως είχε γίνει παροιμιώδης προσωπικότητα ήδη τον 4ο αιώνα π.Χ.
[5] Η δεύτερη μέρα των Ανθεστηρίων, της αρχαιότερης αθηναϊκής γιορτής του Διόνυσου.
[6] Η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται από τον Αλκίφρονα 2.32.1.
[7] Οι Αλαί ήταν δήμος στη δυτική ακτή της Αττικής, κοντά στη σύγχρονη Βούλα. Μια μικρή έρημη νησίδα βρισκόταν μπροστά στην ακτή και ήταν κατάλληλη για να συνδεθεί με το μνήμα του Τίμωνα.
[8] Βλ. και Παλ. ανθ. 7, 313. Στην ανθολογία υπάρχουν συνολικά 8 επιτάφια επιγράμματα του Τίμωνα, ανάμεσα στα οποία και τα δύο που παραθέτει εδώ ο Πλούταρχος.
[9] Βλ. και Παλ. ανθ. 7, 320, όπου όμως οι στίχοι αποδίδονται στον Ηγήσιππο. Στον Καλλίμαχο αποδίδεται από την ανθολογία ένα άλλο επίγραμμα (αμφίβολης αυθεντικότητας), το 7, 317.

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Το δήλιο πρόβλημα: ο διπλασιασμός του κύβου από τον Ερατοσθένη και ο μηχανισμός του μεσολάβου

   


Πρόκειται για το περίφημο στην αρχαιότητα δήλιο πρόβλημα, δηλαδή την κατασκευή ενός κύβου με όγκο διπλάσιο από τον όγκο ενός δοσμένου κύβου. Ονομάστηκε δήλιο, σύμφωνα με την παράδοση, εξαιτίας μιας επιδημίας στη Δήλο, για την οποία το μαντείο των Δελφών έδωσε χρησμό ότι θα σταματούσε, μόνο αν οι Δήλιοι κατασκεύαζαν έναν βωμό με διπλάσιο μέγεθος απ' αυτόν που υπήρχε. Στην αρχαιότητα το πρόβλημα λύθηκε με τις προσπάθειες διάσημων μαθηματικών (Αρχύτας, 5ος / 4ος αιώνας π.Χ., Εύδοξος ο Κνίδιος, 4ος αιώνας, Μέναιχμος, 4ος αιώνας, Ερατοσθένης, 3ος / 2ος αιώνας). Ο σχολιαστής των έργων του Αρχιμήδη Ευτόκιος (6ος αιώνας μ.Χ.), ο οποίος αναφέρει το πρόβλημα, μνημονεύει δώδεκα λύσεις που δόθηκαν ως την εποχή του, ανάμεσα στις οποίες και του Ερατοσθένη. Ο Ευτόκιος παραθέτει μια υποτιθέμενη (νόθα κατά πάσα πιθανότητα) επιστολή του Ερατοσθένη προς τον Πτολεμαίο Γ' τον Ευεργέτη, στην οποία εξέθετε το ιστορικό του δήλιου προβλήματος και ανέφερε μιαν άλλη παράδοση, σύμφωνα με την οποία κάποιος τραγωδός παρουσίασε τον Μίνωα επί σκηνής να ζητά την κατασκευή ενός κυβικού τάφου για το γιο του Γλαύκο. Όταν ο Μίνωας είδε ότι οι διαστάσεις του τάφου ήταν μικρές, έδωσε διαταγή να διπλασιαστεί κάθε του πλευρά, νομίζοντας ότι έτσι θα διπλασιαζόταν απλώς ο όγκος του, ενώ στην πραγματικότητα έτσι οκταπλασιάζεται. Έτσι τέθηκε το πρόβλημα που βασάνισε πολύ τους γεωμέτρες.[1] Σύμφωνα με την επιστολή που παραθέτει ο Ευτόκιος, πρώτος ο Ιπποκράτης ο Χίος διατύπωσε τη θεωρητική λύση του προβλήματος: χρειάζεται ο προσδιορισμός δύο μέσων αναλόγων δύο δοσμένων ευθύγραμμων τμημάτων, από τα το ένα να είναι διπλάσιο του άλλου. Δηλαδή, αν δοθούν δύο ευθύγραμμα τμήματα α και 2α, πρέπει να βρεθούν δύο άλλα ευθύγραμμα τμήματα x και y, ώστε να ισχύει η διπλή αναλογία α/x = x/y = y/ 2α. Τότε ισχύει χ³=2α³, όπου το χ είναι το μήκος της πλευράς ενός κύβου διπλάσιου όγκου από έναν άλλο δοθέντα με πλευρά α. Ο Ιπποκράτης γνώριζε σίγουρα τη συνεχή αναλογία και τις ιδιότητες της, εντούτοις αντιμετώπισε τελικά το πρόβλημα όχι αλγεβρικά, αλλά με μια γεωμετρική κατασκευή. Το ίδιο έκαναν και μεταγενέστεροι μαθηματικοί, όπως ο Εύδοξος ο Κνίδιος και ο Αρχύτας ο Ταραντίνος.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας: η αρχή της αναλογίας ανάμεσα στον μικρόκοσμο και τον μεγάκοσμο και ο άνθρωπος ως μικρός κόσμος στον Δημόκριτο




        Λέγω τάδε περὶ τῶν ξυμπάντων: ἄνθρωπός ἐστιν ὃ πάντες ἴδμεν.

Σχετικά με το σύμπαν λέω τα εξής: άνθρωπος είναι αυτό που όλοι γνωρίζουμε.[1]

            Το απόσπασμα αυτό του Δημόκριτου αποτελούσε πιθανότατα την αρχή του περίφημου έργου του Μικρός διάκοσμος. O ανθρωπομορφισμός που είναι χαρακτηριστικός για οποιαδήποτε πρώιμη επιστήμη και θρησκεία (βλ. π.χ. τα λόγια του Αριστοτέλη για τον Εμπεδοκλή στα Φυσικά 252a28) δεν είναι στο Δημόκριτο κάτι τυχαίο, αλλά προκύπτει ως ιδιόμορφο σύστημα: 1) Μόνο ο άνθρωπος στη δική του προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή (όχι την εσωτερική σωματική υπόσταση) είναι γνωστός άμεσα. 2) Ανάμεσα στο γνωστό (άνθρωπος, μικρός κόσμος) και το άγνωστο (σύμπαν, μεγάλος κόσμος) υπάρχει αναλογία. 3) Αυτό έχει ως συνέπεια με βάση τη συμπεριφορά του ανθρώπου να μπορούμε να συμπεράνουμε κατ’ αναλογία τους νόμους του μεγάλου κόσμου. Αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των μεθόδων της πρώιμης φιλοσοφίας να εξηγεί μη εποπτικές σχέσεις μέσω της σύγκρισής τους με κάτι εποπτικό. Η τάση αυτή εκφράζεται κυρίως μέσω παρομοιώσεων. Μ΄ αυτόν τον τρόπο συνεξετάζονται λ.χ. ο άνθρωπος, η πολιτεία και ο κόσμος. Έτσι, η δομή της ψυχής του ανθρώπου ερμηνεύεται με όρους πολιτικής οργάνωσης, η πολιτεία μπορεί να εκλαμβάνεται ως ζωντανός οργανισμός με πολλά μέλη, ενώ ο άνθρωπος περιγράφεται ως μικρός κόσμος, στον οποίο αντιστοιχεί ο μέγας κόσμος παρουσιασμένος ως ενιαίος ζωντανός οργανισμός.           

Άλλες μαρτυρίες:
            (DK 68 B34) Αριστοτ., Φυσικά 252b24: «Εάν, λοιπόν, είναι δυνατόν να συμβεί αυτό σε έναν ζωντανό οργανισμό, τι εμποδίζει να συμβεί το ίδιο και με το σύμπαν; Γιατί αν γίνεται στο μικρόκοσμο, γίνεται και στο μεγάκοσμο...».
           
Δαβίδ, Προλεγ. 38, 17 Busse: «...αυτά τα φαινόμενα παρατηρούνται με τον ίδιο τρόπο και μέσα στον άνθρωπο, ο οποίος είναι ένας μικρός κόσμος κατά το Δημόκριτο...».
           
Γαληνός, Περί χρείας μορίων 3, 10 (3, 241 Κühn / 1, 177, 10 Helmreich): «Όμως και ο ζωντανός οργανισμός είναι σαν ένας μικρός κόσμος, ισχυρίζονται άνδρες παλαιοί, ικανοί στα φυσικά ζητήματα...».

            (DK 68 B164) Σέξτoς, Προς μαθηματικούς 7, 116-117: «Μια παλιά... θεωρία λέει ότι τα όμοια αναγνωρίζονται από τα όμοια... Ο Δημόκριτος, όμως, εφάρμοσε τη θεωρία αυτή και στα έμψυχα και στα άψυχα. «Γιατί και τα ζώα», ισχυρίζεται, «συναγελάζονται με τα ζώα του είδους τους, όπως τα περιστέρια με τα περιστέρια και οι γερανοί με τους γερανούς...»...»[2]
           
(DK 68 A93a) Seneca, Nat. quaest. 5, 2 «Ο Δημόκριτος λέει: «...με τον ίδιο τρόπο, στην αγορά ή στο δρόμο, για όσο χρονικό διάστημα δεν υπάρχει πολυκοσμία, βαδίζει κανείς ανενόχλητος, όταν όμως το πλήθος συρρέει σε στενό χώρο, ξεσπά έριδα, καθώς πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο: έτσι σ’ αυτό το χώρο, στον οποίο είμαστε περιορισμένοι, όταν σωμάτια πολλά γεμίσουν το λίγο τόπο, αναγκαστικά πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο, σπρώχνουν, συμπλέκονται, συμπιέζονται...».
                       
(DK 68 A84) Αέτιος 2, 4, 9: «Ο Δημόκριτος ισχυρίζεται ότι ο κόσμος φθείρεται με την επικράτηση του μεγαλύτερου πάνω στο μικρότερο». [3]
           
(DK A143) Αριστοτ., Περί ζώιων γενέσεως 764a6: «Ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης ισχυρίζεται ότι η διαφορά του αρσενικού από το θηλυκό δημιουργείται μέσα στη μήτρα... αλλά εξαρτάται από την επικράτηση του αντίστοιχου σπέρματος, το οποίο προήλθε (από το ανάλογο γεννητικό) μόριο... (764b19) Με την επικράτηση ενός μέρους πάνω σε ένα άλλο γεννιέται αντίστοιχα το θηλυκό και το αρσενικό». [4]
           
[Φιλόπονος], Εις το Περί ζώιων γενέσεως 763b20, σελ. 167, 13: «Ο Δημόκριτος... έλεγε ότι τα αρσενικά και τα θηλυκά γεννιούνται... ανάλογα με την επικράτηση (του αντίστοιχου) μέρους...και ότι η μάχη γίνεται πρώτα ανάμεσα στα αντίστοιχα μόρια, στα οποία διαφέρει το αρσενικό από το θηλυκό.. Αν, λοιπόν, επικρατήσει η μήτρα σε βάρος του περινέου, το μεταβάλλει στη δική της φύση...».

            (DK 68 B288) Στοβαίος 4, 40, 21: «Το σπίτι και η ζωή αρρωσταίνουν όπως και το σώμα».
                                                 νόσος οἴκου καὶ βίου γίνεται ὅκωσπερ καὶ σκήνεος 





[1] (DK 68 B165) Σέξτoς, Προς μαθηματικούς 7, 265 / Πυρρ. υποτ. 2, 23.
[2] Εδώ έχουμε άλλη μια περίπτωση εφαρμογής από το Δημόκριτο της αρχής ότι από το μικρόκοσμο μπορεί κανείς να εξάγει συμπεράσματα για το μακρόκοσμο: όπως τα ζώα συναγελάζονται με όμοιά τους, έτσι και τα άτομα έχουν την τάση να συναγελάζονται με ομοιόσχημα άτομα.
[3] Η αρχή της επικράτησης του ισχυρότερου επί του πιο αδύνατου προέρχεται ασφαλώς από το πεδίο της ανθρώπινης κοινωνίας, αλλά εφαρμόζεται από το Δημόκριτο αναλογικά σε όλα τα φυσικά στοιχεία και το σύμπαν.
[4] Ο Δημόκριτος θεωρούσε ότι στο ανθρώπινο σπέρμα περιέχονταν άτομα απ’ όλα τα μέρη των γονέων. Ανάλογα με το μέρος που επικρατούσε εξηγούσε τις ομοιότητες παιδιού-γονέων: λ.χ. αν επικρατούσε το μέρος από την καρδιά του πατέρα, η καρδιά του παιδιού θα έμοιαζε μ’ αυτήν του πατέρα. Αν, αντιστοίχως, επικρατούσε το μέρος από το γεννητικό όργανο της μητέρας, το παιδί θα γεννιόταν κορίτσι και αντίστροφα. Και στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, ο Δημόκριτος εφάρμοζε την αρχή της επικράτησης του δυνατότερου.

H κληρονομιά του Αλέξανδρου: η ελληνική παραδοσιακή σοφία στα βάθη της Ανατολής


Στο ανθολόγιο του Ιωάννη του Στοβαίου (3.1.173) υπάρχει μια συλλογή ρητών των Επτά Σοφών με τον τίτλο Σωσιάδου τῶν ἑπτά σοφῶν ὑποθῆκαι, η οποία μεταφράζεται παρακάτω. Δεν ξέρουμε ποιος είναι αυτός ο Σωσιάδης. Δεν υπάρχει κάποια εισαγωγή μετά την επικεφαλίδα, ενώ υπάρχει μεγάλη ομοιομορφία στον τρόπο έκφρασης των ρητών. Τα περισσότερα αποτελούνται από δυο λέξεις και χωρίζονται σε δύο μέρη: συνήθως μια προστακτική β΄ ενικού σε συνδυασμό με μια λέξη ή φράση που ενσαρκώνει την υποθήκη. Δεν υπάρχει κατανομή των αποφθεγμάτων στους Επτά Σοφούς, αλλά αντιμετωπίζονται ως ενιαίο σώμα λόγων. Λέγεται ότι οι Σοφοι είχαν αφιερώσει στον ναό του δελφικού Απόλλωνα τα ρητά τους, ανάμεσά τους και τα περίφημα «γνῶθι σαυτόν» και «μηδέν ἄγαν» (Πλάτων, Πρωταγόρας 343ΑΒ). Το δεύτερο ρητό βρίσκεται στην 38η θέση στη συλλογή του Σωσιάδη, ενώ το πρώτο βρίσκεται στην όγδοη θέση παραλλαγμένο: «σαυτόν ἴσθι». Η συλλογή του Σωσιάδη (με μικρές παραλλαγές ή προσθαφαιρέσεις) υπήρξε κατά την Ελληνιστική και Ελληνορωμαϊκή Εποχή η βάση της κοινωνικής και ηθικής εκπαίδευσης των νέων στο Γυμνάσιο σε όλη τη ανατολική Μεσογειακή λεκάνη, ενώ χρησίμευε ακόμη και για ασκήσεις αντιγραφής των παιδιών στο σχολείο.
            Το εξαιρετικό γεγονός, όμως, σε σχέση μ’ αυτή τη συλλογή λόγων των Επτά Σοφών είναι η σύνδεσή της με στήλη που είχε στηθεί στο σημερινό Ai-Khanum, στον ποταμό Ώξο, στην Βακτριανή (Αφγανιστάν), κάποια στιγμή κατά τον 3ο αιώνα π.Χ. Μόνο ένα μικρό κομμάτι από την ίδια τη στήλη σώζεται, αλλά έχει επιβιώσει η βάση της με επίγραμμα, το οποίο αναφέρει ότι η στήλη κατέγραφε λόγια αρχαίων σοφών αφιερωμένα στους Δελφούς. Το επίγραμμα λέει ότι τις ρήσεις των παλαιών αυτών ανδρών τις αντέγραψε ο Κλέαρχος στους Δελφούς (Πυθώ) και τις έστησε στο τέμενος του Κινέα, ο οποίος πρέπει να ήταν ο ιδρυτής της πόλης του Ai-Khanum:


            Ετούτα τα ρητά ανδρών ξακουστών κι αρχαιότερων
            στέκουν ως αφιέρωμα στην αγιασμένη Πυθώ.
            Εκεί ο Κλέαρχος με προσοχή τα κατέγραψε
            και τα έστησε, για να λάμπουν μακριά, στου Κινέα το τέμενος.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Σημεία και θαύματα στους Δελφούς


[Στο έργο Περί του μη χραν νυν έμμετρα την Πυθίαν, την δελφική διαθήκη του Πλουτάρχου, μια ομάδα γνωστών περιηγείται με τη βοήθεια ξεναγών στα αναθήματα του μαντείου των Δελφών. Ο Φιλίνος παραθέτει μια σειρά από θαυμαστά γεγονότα και σημάδια που συνέβησαν στο χώρο των Δελφών και είχαν ως πρωταγωνιστές άψυχα αντικείμενα. Ο νεαρός ξένος επισκέπτης, στον οποίο γίνεται αναφορά, λέγεται Διογενιανός, ενώ ο Βόηθος είναι γεωμέτρης με επικούρειες τάσεις, ο οποίος αμφισβητεί τον υπερφυσικό χαρακτήρα των φαινομένων και τον αποδίδει στην τύχη και τη σύμπτωση. Αποτελεί τον εκπρόσωπο της επιστήμης, ενώ ο Φιλίνος εκφράζει τη θρησκευτική άποψη του Πλουτάρχου ότι ο θεός διαπερνά τα πάντα, άρα και τα άψυχα:]

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Η δελφική θεωρία της μαντικής έμπνευσης: ο θεός, η πυθία του και το φως του μέλλοντος


Στο έργο του Περί του μη χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν ο ιερέας των Δελφών και μέγιστος συγγραφέας Πλούταρχος εκθέτει την γενική άποψή του για τη μαντεία. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι σε ένα βαθμό η άποψη αυτή διαμορφώθηκε μέσα από την προσωπική του πείρα ως ιερέα, αλλά και μέσα από συζητήσεις με άλλα μέλη του μαντείου και φιλοσόφους, όπως ο δάσκαλός του πλατωνικός Αμμώνιος. Το έργο αυτό του Πλουτάρχου έχει τη μορφή διαλόγου. Ο τίτλος του διαλόγου σαφηνίζει επακριβώς το κεντρικό θέμα που τίθεται προς επίλυση: για ποιο λόγο η Πυθία δεν εκφράζει πλέον τους χρησμούς της σε μέτρο, αλλά σε πεζό λόγο. Ο Πλούταρχος, όμως, αναμφίβολα εξετάζει και άλλα προβλήματα που εγείρει το δελφικό μαντείο: είναι κυρίως το ζήτημα της εγκυρότητας και της αξίας των χρησμών που υπερβαίνει με μοναδικό τρόπο το κεντρικό θέμα για τη μορφή των χρησμών που δίνει η Πυθία. Επιπλέον, η θεωρία της μαντικής έμπνευσης, που εκτίθεται με αφορμή το ίδιο ζήτημα, παρουσιάζει ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον, το οποίο ξεπερνά κατά πολύ τα στενά όρια που υπαινίσσεται ο τίτλος του έργου.
Ορισμένοι σύγχρονοι του Πλουτάρχου, όπως ο Διογενιανός, ένιωθαν έκπληξη από το γεγονός ότι η μορφή των χρησμών της Πυθίας είχε αλλάξει με το πέρασμα των αιώνων. Ενώ, δηλαδή, σε μια παλαιότερη εποχή η μορφή των χρησμών ήταν έμμετρη, την εποχή του Πλουτάρχου ήταν πλέον σε πεζό λόγο. Το γεγονός αυτό αναγκάζει το συγγραφέα να αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματολογίας του γύρω από αυτό το ζήτημα. Εντούτοις, ο Πλούταρχος θεωρεί ότι το όλο θέμα ότι έχει τεθεί με λάθος τρόπο, επειδή η συγκεκριμένη αλλαγή που συνέβη δεν ήταν κατά τη γνώμη του ριζική. Παρ’ όλα αυτά αναγκάζεται να ασχοληθεί κυρίως μ’ αυτό, αν και δεν ξεχνά να απαντά και σε άλλες αντιρρήσεις που προέβαλαν οι δύσπιστοι και που κατά τη γνώμη του ήταν σοβαρότερες, όπως λ.χ. για τη λογοτεχνική μετριότητα των χρησμών τόσο σε μέτρο όσο και σε πεζό λόγο.
Ο Πλούταρχος είχε ήδη ασχοληθεί πολλές φορές με το πρόβλημα της μαντικής έμπνευσης σε αρκετά από τα έργα του, προπάντων όμως στο Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων (= η παρακμή των μαντείων). Σ’ εκείνο το έργο είχαν εξεταστεί από κοινού δύο υποθέσεις: σύμφωνα με την πρώτη η μαντική έμπνευση έπρεπε να αποδοθεί στην ύπαρξη των δαιμόνων, όντων με ενδιάμεση θέση μεταξύ θεών και ανθρώπων, μια άποψη που είχε εκφραστεί ήδη από τον Πλάτωνα. Σύμφωνα με τη δεύτερη η μαντική έμπνευση έπρεπε να αποδοθεί σε ένα πνεύμα, μια αναθυμίαση που προκαλούσε έκσταση, ένα ρευστό υλικό που υποτίθεται ότι αναδυόταν από κάποια ρωγμή του εδάφους κάτω από το μαντικό τρίποδα, προκαλώντας τον ενθουσιασμό, τη θεϊκή κατοχή, τη μανική έκσταση της Πυθίας.
Σ’ εκείνο το διάλογο η ισχυρή προσωπικότητα του Αμμωνίου, του δασκάλου του Πλουτάρχου, απέρριπτε αυτές τις θεωρίες που επιζητούσαν να αφαιρέσουν από το θεό την αιτία της έκστασης. Το έργο τελείωνε με μια ομολογία αδυναμίας να δοθεί απάντηση και με μια υπόσχεση για επανεξέταση του ζητήματος στο μέλλον. Το Περί του μη χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν φέρνει στο προσκήνιο μια λύση που μπορεί να θεωρηθεί κατά κάποιο τρόπο ως η τελική που έδωσε ο Πλούταρχος στο πρόβλημα. Φαίνεται ότι ο συγγραφέας αποφάσισε να δώσει μια οριστική απάντηση σε ένα ζήτημα που τον είχε απασχολήσει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα της ζωής του. Στο έργο αυτό πίσω από το όνομα του Θέωνα, το οποίο συμβολίζει συνάμα την πίστη στο θεό και το θεολογικό προσανατολισμό του συγγραφέα, ο Πλούταρχος θεωρεί ότι ο Απόλλωνας είναι ο αληθινός και μόνος αυτουργός της προφητείας. Εντούτοις, δε συμμερίζεται τη λαϊκή και απλοϊκή πεποίθηση, σύμφωνα με την οποία ο θεός μιλούσε αυτοπροσώπως μέσα από το στόμα της Πυθίας. Κατά τη γνώμη του η φωνή, οι ήχοι, οι εκφράσεις και οι στίχοι δεν ανήκουν στο θεό, αλλά στην ίδια την Πυθία. Ο ίδιος ο Απόλλωνας αρκείται να της προκαλεί οράματα και να γεμίζει την ψυχή της μ’ εκείνο το φως που επιτρέπει τη θέαση του μέλλοντος. Αυτή είναι η αληθινή ουσία του ενθουσιασμού. Ο Θέωνας μάλιστα δίνει ένα βαθύτερο και πιο φιλοσοφικό περιεχόμενο: η ψυχή της Πυθίας είναι για το θεό ένα όργανο, κατά τον ίδιο τρόπο που το σώμα αποτελεί όργανο για την ψυχή. Η φύση αυτού του οργάνου δεν είναι απαθής και η σκέψη του θεού φτάνει σ’ εμάς μέσα από ένα παραπέτασμα και επομένως πάντα μη καθαρή. Κατά τον ίδιο τρόπο η σελήνη αντανακλά για μας τις ακτίνες του ήλιου, αλλά όχι ακριβώς όπως τις έλαβε.
Για τον Πλούταρχο το πέρασμα από την ποιητική μορφή των χρησμών στον πεζό λόγο μπορεί να εξηγηθεί με την εξέλιξη των λογοτεχνικοί ειδών και επομένως δε σχετίζεται άμεσα με τον Απόλλωνα. Ο Πλούταρχος αποτελεί τον πνευματικό πρόδρομο ορισμένων ερμηνευτών της Βίβλου, ιδιαίτερα των προφητικών βιβλίων της: ο προφήτης δεν παραμένει απαθής στην επίδραση της θείας φώτισης. Έχει τη δική του ιδιοσυγκρασία, τις δικές του πεποιθήσεις. Μιλά για λογαριασμό του καιρού και της κοινωνίας, στην οποία έζησε. Είναι διαμέσου της ψυχής του προφήτη που ακούμε τη φωνή του θεού.

Ο διάλογος αυτός αντιπροσωπεύει αναμφίβολα το τελευταίο στάδιο της σκέψης του Πλουτάρχου επάνω σ’ αυτά τα ζητήματα. Ο συγγραφέας κατόρθωσε μ’ αυτόν να πραγματοποιήσει τη σύνδεση της αθηναϊκής φιλοσοφίας με τη δελφική θεολογία με τέτοιο τρόπο που να ικανοποιεί και τον πιστό και τον διανοούμενο, τον ιερέα του Απόλλωνα και το μαθητή του Πλάτωνα.

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Τι είναι ο φιλόλογος; Ο χαμένος 31ος χαρακτήρας του Θεοφράστου


Το 1897 Γερμανοί φιλόλογοι στη Λειψία εξέδωσαν τους Χαρακτήρες του Θεόφραστου (Theophrasts Charaktere, herausgegeben, erklärt und übersetzt von der Philologischen Gesellschaft zu Leipzig, Leipzig 1897) και ταυτόχρονα αστειευόμενοι με την ίδια τους την ειδικότητα δημιούργησαν έναν επιπλέον χαρακτήρα με τον τίτλο «ο φιλόλογος». Η παρωδία κρίνεται επιτυχημένη και η νεοελληνική απόδοση έχει ως εξής:  

ΛΑ΄ Ο ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ
Αναμφίβολα η φιλολογία αποτελεί μια υπερβολή επιθυμίας για αρχαία γραπτά και πράγματα, ενώ ο φιλόλογος είναι τέτοιου είδους άνθρωπος, ώστε να τιμά υπερβολικά και να θεωρεί ιερά τα βιβλία, τους παπύρους, τις επιγραφές και άλλα παρόμοια πράγματα, μόνο και μόνο επειδή είναι αρχαία. Χαίρεται να τα βρίσκει όχι σώα, αλλά φθαρμένα με πολλά λάθη και κενά, ισχυριζόμενος ότι το αξιολογότατο και γλυκύτατο έργο του είναι να τα τακτοποιεί και να τα διορθώνει. Αν ανακαλυφθούν κάπου αρχαία γραπτά και είναι γραμμένα σε χαρτί, το απολαμβάνει, αν είναι σε περγαμηνή, χορεύει, αν είναι σε πάπυρο, ωρύεται από τη χαρά του, αν είναι σε πέτρα, τραγουδά παιάνα, αν είναι σε χαλκό, μπορεί και να τα προσκυνήσει.
Τους καλλιτέχνες της εποχής του δεν τους θαυμάζει καθόλου, αλλά επαναλαμβάνει πάντα τον εξής ομηρικό στίχο: «τέτοιοι είναι οι άνθρωποι του σήμερα». Αν όμως δει άγαλμα χωρίς μύτη, κολοβό και ακρωτηριασμένο, ή ζωγραφισμένο όστρακο παλιάς σπασμένης χύτρας, αναπηδά από την ευχαρίστηση και αναβοά «τι καλό που είναι αυτό!».
Κατοικεί περισσότερο χρόνο στις βιβλιοθήκες παρά στο σπίτι του και έχει τον θάλαμο, τον ανδρώνα και το δωμάτιο γεμάτο βιβλία. Απαγορεύει στην υπηρέτρια να ευπρεπίσει και να διακοσμήσει το τραπέζι πάνω στο οποίο γράφει.
Αν έχει αποκτήσει πολλά παιδιά και συναντήσει κανένα στο δρόμο καθώς περπατά, δεν το αναγνωρίζει, αλλά το ρωτά με φιλάνθρωπη διάθεση: «παιδί μου, γιατί κλαις; Πού είναι το σπίτι και οι γονείς σου;» Είναι ικανός ακόμη και τα παιδιά του των πέντε ετών να τα αναγκάζει να μαθαίνουν απέξω επικούς στίχους, ενώ στη γυναίκα του διδάσκει τα ελληνικά γράμματα. Τους αρχαίους νόμους των Ελλήνων και των Ρωμαίων τους γνωρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια από αυτούς της πατρίδας του. Φορά τα ρούχα του παλιομοδίτικα και τα παντελόνια του είναι κοντύτερα από τα πόδια του.
Πάντα κάτι διδάσκει και θυμώνει με όποιον δεν πείθεται. Με τους ομοτέχνους του περνά τον καιρό του μαχόμενος φοβερά, επιμένοντας να ισχυρίζεται με φωνή μεγάλη ότι μόνο όσα λέει αυτός είναι σωστά, την ώρα που και οι άλλοι φωνασκούν.
Χρησιμοποιεί τα εξής λόγια: «Δεν το πιστεύω» και «Αυτά είναι παράλογα» και «Με σαφήνεια απέδειξα νωρίτερα το ακριβώς αντίθετο» και «Μήπως δεν διάβασες ακόμα όσα έγραψα πρόσφατα γι’ αυτό το θέμα;».
Ταξιδεύει προπάντων στην Αθήνα και τη Ρώμη και επαινεί τον εκεί ουρανό, τη γη, τη θάλασσα, τους εκεί άντρες, γυναίκες και κοπέλες, και τριγυρνώντας συνέχεια θαυμάζει τις μορφές όλων αυτών. Αγοράζει πλαστά ή κίβδηλα νομίσματα, όστρακα και πετραδάκια, φιαλίδια και ασήμαντα πράγματα, και χωρίς να το καταλάβει ξοδεύει τα εφόδιά του. Όταν επιστρέφει στο σπίτι του, υπόσχεται στη σύζυγό του (και στην πεθερά) ότι άλλη φορά στο μέλλον θα την πάρει μαζί του.

ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΛΑ΄
Ἔστιν ἀμέλει ἡ φιλολογία ὑπερβολή τις ἐπιθυμίας γραμμάτων καὶ πραγμάτων παλαιῶν, ό δέ φιλόλογος τοιοῦτός τις, οἷος τά βιβλία καί τούς παπύρους καί τάς ἐπιγραφάς καί ἄλλα τοιαῦτα μόνον διά τό ἀρχαία εἶναι ὑπερτιμᾶν καί ἱερά νομίζειν, καί χαίρειν έπί τῷ εὑρίσκεσθαι αὐτά οὐ σῶα άλλά διεφθαρμένα πολλοῖς ἁμαρτήμασι καί διαλείμμασι, τοιαῦτα εύτρεπίζειν καί διορθοῦν ἔργον ἑαυτοῦ φάσκων ἥδιστον καί άξιολογώτατον∙ καί εύρεθέντων που άρχαίων γραμμάτων ἐάν μέν ᾖ έν χάρταις γεγραμμένα ἥδεσθαι, έάν δ' έν περγαμηνοῖς όρχεῖσθαι, ἐάν δ’ έν παπύροις άνολολύζειν χαρᾷ, έάν δ’ έν λίθῳ παιανίζειν, έάν δ' έν χαλκῷ καί προσκυνεῖν∙ καί τῶν καθ’ ἑαυτόν τεχνιτῶν μηδέν θαυμάζειν, τῶν Ὁμήρου έπῶν τόδε άεί θρυλῶν∙ Οἷοι νῦν βροτοί είσιν, όταν δ’ ἴδῃ ἤ τι ἄγαλμα τῶν άρίνων καί κολοβῶν καί ήκρωτηριασμένων ἤ παλαιᾶς χύτρας συντριβείσης ὄστρακον έγγεγραμμένον, ἡδονῇ ἀναπηδᾶν καί άναβοᾶν∙ Τουτί ἄρα ώς χρηστόν έστιν∙ καί τάς βιβλιοθήκας πλείω χρόνον οίκεῖν ἤ τήν οἰκίαν καί βιβ­λίων έμπληρωθέντα ἔχειν τόν θάλαμον, τόν άνδρῶνα, τό δωμάτιον∙ καί άπαγορεύειν τήν θεράπαιναν μή καλλῦναι μηδέ διακοσμῆσαι τράπεζαν τήν γραφικήν∙ καί παιδίων παμπόλλων γεγονότων αύτῷ έντυχών τινι έν ταῖς ὁδοῖς πορευόμενος μή γιγνώσκειν άλλά άνερέσθαι φιλανθρώπως∙ Τέκνον, τί κλαίεις: πόθι τοι δόμος ήδέ τοκῆες; δεινός δέ καί τὰ παιδία πέντε ἐτῶν άναγκάζειν ἔπη έκμανθάνειν, τήν δέ γαμετήν τά Ἑλληνικά γράμματα∙ καί τούς τῶν Ἑλλήνων καί Ρωμαίων παλαιούς νόμους άκριβέστερον γνῶναι ἤ τούς τῆς έαυτοῦ πατρίδος∙ καί τά ίμάτια περιβάλλεσθαι άρχαιότροπα, τάς δέ άναξυρίδας μείους φορεῖν τῶν σκελῶν∙ καί άεί τι διδάσκειν, τῷ δέ μή πεπεισμένῳ όργίζεσθαι∙ καί τοῖς όμοτέχνοις δεινῶς μαχόμενος διατελεῖν, ἅ αὐτός ἔφη, ταῦτα μόνα όρθῶς ἔχειν τῶν ἄλλων ἅμα βοώντων μεγάλῃ φωνῇ διισχυριζόμενος∙ καί τοιούτοις λόγοις χρήσασθαι∙ Ού πιστεύω καί Ταῦτα ἄλογα καί Τάναντία σαφῶς πρῴην άπέδειξα καί Ἆρ’ οὔπω άνέγνωκας ἅ περί τούτων νεωστί συνέγραψα; καί άποδημεῖν μάλιστα είς Άθήνας καί Ρώμην καί έπαινεῖν τόν ὲκεί ούρανόν καί γῆν καί θάλατταν καί τούς ἐκεὶ ἄνδρας καί γυναῖκας καί κορίδια καί πάντων τούτων εἰκόνας άεί περιφερόμενος θαυμάζειν∙ καί ώνούμενος νομίσματα ἀδόκιμα ἤ κίβδηλα καί ὄστρακα καί λιθίδια καί ληκύθια καί λήρους τά έφόδια άναλώσας λαθεῖν∙ καί οἴκαδε έπανελθών ύπισχνεῖσθαι τῇ γαμετῇ (καί τῇ πενθερᾷ) ἄξεσθαι αύτήν μεθ' ἑαυτοΰ ές ὕστερον.